Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΑΘΗΤΗ (Μέτρο ουσίας ή προεκλογικό πυροτέχνημα)

 Τα τελευταία χρόνια γίνεται συζήτηση για τις αλλαγές που πιθανόν να επιφέρει στην εκπαίδευση η απόκτηση ενός υπολογιστή από κάθε μαθητή και η οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με βάση τους υπολογιστές. Η κυβέρνηση προχωρεί στο εγχείρημα αυτό από τη φετινή σχολική χρονιά χωρίς να το έχει συζητήσει με κανένα εκπαιδευτικό φορέα, επιδιώκοντας να το χρησιμοποιήσει για προεκλογικούς σκοπούς. Η διάθεση ενός τεράστιου ποσού για το σκοπό αυτό χωρίς σχέδιο και μελέτη και με αμφίβολα αποτελέσματα καταδεικνύει τις προθέσεις του Υπ. Παιδείας, που βάζει μπροστά από την παιδεία τη στήριξη της αγοράς.

Η γενικευμένη χρήση του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή από τους μαθητές είναι μια σοβαρή ενέργεια με πολλές παιδαγωγικές συνέπειες, δεδομένου ότι δημιουργεί ένα νέο, ριζικά διαφορετικό εκπαιδευτικό τοπίο στην σχολική τάξη. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα τόσο ο σχεδιασμός της δράσης όσο και οι αρχές με βάση τις οποίες υλοποιείται. Oι νέες τεχνολογίες ανοίγουν ένα τεράστιο παράθυρο στη γνώση και αποτελεί υστέρηση για κάθε εκπαιδευτικό σύστημα να μην εξοπλίζει τους μαθητές του με τη γνώση του χειρισμού τους. Όμως, δεν αρκεί μόνο η γνώση του χειρισμού των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας. Πρέπει αυτές να γίνουν οργανικό τμήμα των μαθημάτων και της μαθησιακής διαδικασίας. Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.


H ζοφερή εικόνα του ελληνικού σχολείου δεν είναι εύκολο να αλλάξει όσο συνεχίζεται η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης. Όταν ο μέσος όρος χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στις χώρες του OOΣA είναι 5,4% του AEΠ (γεγονός που σημαίνει πολλές από τις χώρες αυτές διαθέτουν για την παιδεία πόρους σε ποσοστό πολύ υψηλότερο από αυτό), το 3,09% του AEΠ που διαθέτει η Eλλάδα δεν γεννά αισθήματα αισιοδοξίας.

Tι πραγματικά θα αλλάξει στο σχολείο τού σήμερα, αν κάθε μαθητής αποκτήσει ένα δικό του φορητό υπολογιστή;

Eνδεχομένως, πολύ λίγα πράγματα. Kαι αυτό, γιατί ο πυρήνας κάθε μαθησιακής διαδικασίας δεν είναι κυρίως η πρόσβαση σε πόρους πληροφοριών, αλλά η δυνατότητα αξιολόγησης, οργάνωσης και αξιοποίησής τους. Aυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να έχουμε ένα μαθητή συνδεμένο με το Διαδίκτυο. Πρέπει ο μαθητής να είναι ενταγμένος σε μαθησιακή δραστηριότητα που θα του δίνει τα γνωστικά εφόδια και τα πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια, ώστε να μπορεί να αξιολογήσει την εγκυρότητα και τη σημασία όσων βρίσκει στο Διαδίκτυο. Διαφορετικά, το μόνο που θα αλλάξει στο σχολείο είναι το ότι θα γίνει αποδέκτης εκατοντάδων πληροφοριών και θα μεταβληθεί σε «φυλομετρητή» ιστοσελίδων, με ανεξέλεγκτο, ίσως και ...«ακατάλληλο για ανηλίκους», περιεχόμενο.

Πρέπει, επίσης, να επισημάνουμε ότι γίνεται προσπάθεια από τη μεριά της απερχόμενης κυβέρνησης να προωθηθεί και στο θέμα αυτό η ιδιωτικοποίηση, αφού στη σχετική εγκύκλιο ορίζεται ότι η «πιστοποίηση» των καθηγητών κάθε ειδικότητας που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα και θα μπορούν να διδάξουν τα αντίστοιχα μαθήματα της ειδικότητάς τους με τη χρήση υπολογιστή μπορεί να προέρχεται από ιδιωτικούς φορείς (ECDL), αμφίβολης φερεγγυότητας, που κοστίζουν και πανάκριβα στον επιμορφούμενο.

Το Υπ. Παιδείας, λοιπόν, με έγγραφό του προσπαθεί να «εισαγάγει από το σχολικό έτος 2009-2010 στα Γυμνάσια όλης της χώρας τη συστηματική διδασκαλία ενοτήτων του αναλυτικού προγράμματος σπουδών με τη χρήση νέων τεχνολογιών», δίνοντας σε όλους τους μαθητές της Α΄ τάξης του Γυμνασίου ένα κουπόνι, με το οποίο πρέπει να αγοράσουν ένα φορητό υπολογιστή.

Προβλέπει, ακόμη, ότι «θα διδάσκονται, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δυο (2) τουλάχιστον μαθήματα του ωρολογίου προγράμματος από τα τέσσερα (4) που ορίστηκαν, με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν από πρόσφατη έρευνα του ΥΠ.Ε.Π.Θ. στην εκπαιδευτική κοινότητα και σε ποσοστό μέχρι 30% του συνόλου της διδακτέας ύλης».

Με δεδομένη τη σοβαρότητα του εγχειρήματος, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί συστηματική μελέτη του, με στόχο να αποσαφηνιστούν ερωτήματα όπως τα παρακάτω:

• Έχει προηγηθεί μελέτη σκοπιμότητας και τεκμηρίωσης της ένταξης των ΤΠΕ διαμέσου των φορητών υπολογιστών που να λαμβάνει υπόψη της τις εμπειρίες άλλων χωρών από την υιοθέτηση του μοντέλου «φορητός υπολογιστής ανά μαθητή»;

• Τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών είναι συμβατά με το μοντέλο αυτό; Έχουν γίνει οι αναγκαίες προσαρμογές και αλλαγές;

• Έχει προηγηθεί ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί πιλοτική εφαρμογή σε σχολεία, ώστε να αξιολογηθούν τα μαθησιακά αποτελέσματα και να καταγραφούν τυχόν προβλήματα;

• Γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί που θα κληθούν να διδάξουν το εκπαιδευτικό λογισμικό που θα χρησιμοποιήσουν, και κυρίως έχουν την απαιτούμενη εκπαίδευση για να το χρησιμοποιήσουν ουσιαστικά και προς όφελος των μαθητών τους;

• Υπάρχει πρόβλεψη για την παιδαγωγική υποστήριξη των διδασκόντων για διδασκαλίες με τη χρήση των ΤΠΕ;

• Πώς θα αντιμετωπιστούν τα τεχνικά προβλήματα (βλάβες, τροφοδοσία, ιοί, πρόσβαση στο Διαδίκτυο κ.λπ.);

• Πως θα μπορέσει ο εκπαιδευτικός να κάνει το μάθημά του σε τάξεις του Γυμνασίου με 25-30 μαθητές εφοδιασμένους με τους αντίστοιχους υπολογιστές, όταν για τη λειτουργία τάξεων με υπολογιστές απαιτείται παιδαγωγικά και λειτουργικά η αναλογία μαθητών ανά καθηγητή να είναι τουλάχιστον 10:1;

• Μέχρι στιγμής έχουν επιμορφωθεί μόνο 4.000 εκπαιδευτικοί για την αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας στη διδακτική πράξη. Από αυτούς ελάχιστοι θα διδάσκουν στην Α’ Γυμνασίου. Πότε θα επιμορφωθούν οι υπόλοιποι; Αρκεί η πιστοποίηση «Επιπέδου 1» για να διδάξει κάποιος μέσω των τεχνολογιών αυτών;

• Τι άλλο εκτός από προχειρότητα στο σχεδιασμό και προεκλογική βιασύνη δείχνει η εφαρμογή του μέτρου, όταν στην ίδια την απόφαση αναφέρεται πως: « η χρηματοδότηση υλοποίησης του έργου θα ενταχθεί στο Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, [ «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς» (Ε.Σ.Π.Α.) ], στο πλαίσιο σχεδιασμού του αναπτυξιακού προγράμματος περιόδου 2007-2013 για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων και δομών εκπαίδευσης» και πως «τα όργανα και οι διαδικασίες συντονισμού και υλοποίησης του ως άνω προγράμματος και κάθε άλλη λεπτομέρει, θα οριστούν με νεότερες αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων»;

Με βάση τα παραπάνω υποστηρίζουμε ότι απαιτούνται τα εξής:

• Αλλαγή στα προγράμματα σπουδών με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενσωματώνουν στην εκπαιδευτική διαδικασία τη χρήση του φορητού υπολογιστή και γενικότερα των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας.

• Συλλογή και διάθεση στους εκπαιδευτικούς ψηφιακού υλικού (υλικού από το Διαδίκτυο και εκπαιδευτικού λογισμικού) διαμορφωμένου κατάλληλα για την άμεση εφαρμογή του στην εκπαιδευτική διαδικασία, με την αξιοποίηση και της εμπειρίας των εκπαιδευτικών που ήδη ασχολούνται με αυτό το θέμα.

• Πιλοτική εφαρμογή του μέτρου, αξιολόγησή του και κατόπιν επέκτασή του στο σύνολο των σχολείων.

• Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όχι γενικά στη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά ειδικά για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθημάτων που διδάσκουν (επιμόρφωση «Β΄ Επιπέδου»), καθώς και στις πρακτικές διαχείρισης μιας «ψηφιακής τάξης».

• Να τροποποιηθεί η εγκύκλιος που προβλέπει ότι διδάσκουν καθηγητές που έχουν αποπερατώσει την επιμόρφωση «Β΄ Επιπέδου» και ελλείψει αυτών οι κάτοχοι ECDL στα μαθήματα που πειραματικά θα διδαχθούν με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Προτείνουμε να έχουν δικαίωμα να διδάσκουν τα μαθήματα αυτά και οι κάτοχοι πιστοποίησης στις βασικές δεξιότητες στους υπολογιστές. Θεωρούμε αδιανόητο το Υπ. Παιδείας να χρησιμοποιεί κατόχους ιδιωτικών τίτλων, όπως είναι το ECDL.

• Απαιτείται η κατάλληλη και έγκαιρη τεχνική υποστήριξη των σχολείων (ας σημειώσουμε ότι τα περισσότερα ελληνικά σχολεία αντιμετωπίζουν σοβαρά κτιριακά προβλήματα και ευρύτερα προβλήματα υποδομής). με δημιουργία κατάλληλων δομών σε κάθε νομό.

• Να υπάρξει πλήρης διαφάνεια στη διαδικασία της αγοράς των φορητών υπολογιστών.

Τονίζουμε, τέλος, ότι κανένα «μέτρο» δεν μπορεί να επιφέρει το ελάχιστο αποτέλεσμα, αν δεν έχει ως βασική προϋπόθεση τη μείωση των μαθητών ανά τμήμα (έως 10 μαθητές ανά εκπαιδευτικό στα μαθήματα που διδάσκονται με τη χρήση υπολογιστή). Γενικότερα, η λήψη των κατάλληλων μέτρων και στην περίπτωση αυτή παραπέμπει στο γενικότερο αίτημα για την άμεση αύξηση όλων των δαπανών για την εκπαίδευση στο 5 % του ΑΕΠ τουλάχιστον.

Αν δεν γίνουν όλα τα παραπάνω, το αποτέλεσμα θα είναι να διατεθούν πολλά χρήματα με αμφίβολα ή ακόμα και αρνητικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Το μόνο σίγουρο, βέβαια, φαίνεται πώς θα είναι η «στήριξη της αγοράς» και η προεκλογική αξιοποίηση του θέματος από την κυβέρνηση.

Η διαχείριση της σχολικής τάξης, όμως, και συνολικά η παιδευτική διαδικασία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε σε ερασιτεχνισμούς και σε προεκλογικές σκοπιμότητες.

Θέμης Κοτσιφάκης,
μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ
και της Ε.Ε. της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Εκπαιδευτικών
(E.T.U.C.E. και E.I.E.)


Σημ.: για το άρθρο αυτό αξιοποιήθηκαν κείμενα εκπαιδευτικών και Ενώσεων Εκπαιδευτικών από τα Χανιά και τις Κυκλάδες, καθώς και κλαδικές ενώσεις πληροφορικών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου